διαμερίσεις

διαμέρισις
fem nom/voc pl (attic epic)
διαμέρισις
fem nom/acc pl (attic)
διαμερίζω
divide
aor subj act 2nd sg (epic)
διαμερίζω
divide
fut ind act 2nd sg
διαμερίζω
divide
aor subj act 2nd sg (epic)
διαμερίζω
divide
fut ind act 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • άτομο — Στοιχείο της φύσης που η επισήμανσή του σχετίζεται με την ιδέα του αδιαίρετου της ύλης. Ά. είναι το μικρότερο μέρος ενός στοιχείου, το οποίο διατηρεί τις ιδιότητές του και μένει αμετάβλητο στις συνήθεις χημικές αντιδράσεις. Ετυμολογικά ο όρος ά.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.